ἀπροοιμίαστος
ἀπροοιμίαστος, without preface
ἀπρο-οιμίαστος, ον,
- without preface, Luc. Hist.Conscr. 23, Corn. Rh. p.358 H. Adv. -τως D.H. Lys. 17.
1 que no tiene exordio, introducción o proemio
λόγος
βιβλίον
ποίημα
ἀκέφαλα τὰ σώματα ... ἀπροοιμίαστα
cuerpos sin cabeza que no tienen introducción
2 adv. -ως sin introducción
ἀ. πότε εἰσέβαλε τὴν διήγησιν ἀρχὴν λαβών
ἀ·προοιμίαστος, ος, ον, sans préface, DH. Lys. 17 ; Luc. H. conscr. 23.
Étym. ἀ, προοιμιάζω.
ἀπροοιμίαστος, ohne Vorrede, Luc. conscr. hist. 23, 52 ; Dion.Hal. Lys. 17.
ἀπροοιμίαστος
προοίμιον
- without preface, Luc.