ἀποθωυμάζω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἀποθωυμάζω or ἀπο-θωμάζω, Ion. for ἀποθαυμάζω. ἀποθωυμάζω, v. ἀποθαυμάζω. ἀποθω(υ)μάζω Ion. voor ἀποθαυμάζω. ἀποθωυμάζω, ion. = ἀποθαυμάζω, Her.