ἀπόσεισμα Save LSJ DGE ἀπό-σεισμα, ατος, τό, f.l. for ὑπόσεισμα, Gal. 13.784. ἀπόσεισμα -ματος, τό trituración, preparado en polvo τοῦ λιβανωτοῦ Gal.13.784 (prob. por ὑπο-).