ἀποσημειόομαι
ἀποσημειόομαι, note down, make notes
ἀποσημει-όομαι,
- note down, make notes, Phlp. in Cat. 3.29.
anotar
ὅσα πρὸς οἰκείαν ... ὑπόμνησιν
ἀπο·σημειόομαι-οῦμαι, annoter, noter, Nyss. 1, 903.
ἀποσημειόομαι, für sich aufzeichnen, Sp.