ἀπόσηψις
ἀπόσηψις, rotting away
ἀπόσηψις, εως, ἡ,
- rotting away, Plu. Suav. 2.1087e (pl.).
gangrena
ποδαγρικὰ καὶ ῥευματικὰ καὶ ... ἀποσήψεις
ἀπόσηψις, εως (ἡ) putréfaction, Plut. M. 1087e.
Étym. ἀποσήπω.
ἀπόσηψις, ἡ, das Abfaulen, Plut. Non Posse 3.