ἀποσημάντωρ
ἀποσημάντωρ, a sealer, recorder
ἀποσημ-άντωρ, ορος, ὁ,
- a sealer, recorder, Eust. 1590.
sellador, sello
ὁ γραμματεὺς ἤτοι ἀ. διὰ γραμμάτων
ἀποσημάντωρ, ὁ, διὰ γραμμάτων, erkl. Eust. γραμματεύς.