ἀρριχάομαι
ἀρριχάομαι, (ἀριχάομαι Arist. HA 624a34),
- clamber, climb, Hippon. 137 W., Arist. l.c.; cf. ἀναρριχάομαι. [added from Supp.]
trepar Hippon.l.c.,
τὸν δὲ κηρὸν ἀναλαμβάνουσιν αἱ μέλισσαι ἀριχώμεναι πρὸς τὰ βρύα ὀξέως τοῖς ἔμπροσθεν ποσί