ἀρρυτίδωτος
ἀρρυτίδωτος, unwrinkled
ἀρρῠτίδωτος [ῐ], ον,
- unwrinkled, AP 5.12 (Phld.), 6.252 (Antiphil.), Dsc. 3.102, 4.122, Sor. 1.56.
no arrugado
χρώς
μῆλον
τὸ πρόσωπον
• metáf. ref. a la Iglesia crist.
παρθένον ἁγνὴν ... ἀρυτίδωτον
ἀ·ρρυτίδωτος, ος, ον [ῠῐ] non ridé, Anth. 5, 13 ; 6, 252.
Étym. ἀ, ῥυτιδόω.
ἀρρυτίδωτος, ohne Runzeln, χρώς Philod. 18 (V.13); μῆλον Antiph. 8 (VI.252).
ἀρρυτίδωτος
ῥυτίς
- unwrinkled, Anth.