ἄρρυπος
ἄρρυπος, clean
ἄρρῠπος, ον,
- clean, δίαιτα Hierocl. in CA 17 p.459 M.
limpio, puro
δίαιτα
καθαρᾷ τῇ καρδίᾳ καὶ ἀρύπῳ
ἄρρυπος, nicht schmutzig, rein, Sp.
ἄρρυπος, clean
limpio, puro
δίαιτα
καθαρᾷ τῇ καρδίᾳ καὶ ἀρύπῳ