ἄρροιζος
ἄρροιζος, without whistling
ἄρροιζος, ον,
- without whistling, Eust. 1538.31.
gram. que no lleva ρρ:
ἄρροιζον ... τὸ τρισύλλαβον ὁ βορέης
ἄρροιζος, without whistling
gram. que no lleva ρρ:
ἄρροιζον ... τὸ τρισύλλαβον ὁ βορέης