ἀσυνετοποιός
ἀσυνετοποιός, nonsensical
ἀσυνετοποιός, όν,
- nonsensical, Sch. Ar. Ra. 1286.
carente de sentido, absurdo
τοῦτο λέγει χλευάζων ὡς ἀσυνετοποιόν
ἀσυνετοποιός, nonsensical
carente de sentido, absurdo
τοῦτο λέγει χλευάζων ὡς ἀσυνετοποιόν