ἀσυντέλεστος
ἀσυντέλεστος, incomplete
ἀσυν-τέλεστος, ον,
- incomplete, IPE 12.32B57 (Olbia, iii B.C.), D.S. 4.12, Plu. Stoic.rep. 2.1056d, POxy. 707.30 (iii A. D.); not executed, Annuario 4/5.225 (Rhodes, ii B. C.).
1 incompleto
ἡ κατὰ τὸν ... πύργον σχοινιαία
διῶρυξ
ἆθλον
νομοθεσία
αἱ τοῦ Διὸς κινήσεις καὶ σχέσεις
(τροχὸν) ἀσυντέλεστον καταλελοιπέναι
2 no realizado
τὰ δεδογμένα τῷ κοινῷ
ἀ·συντέλεστος, ος, ον, incomplet, inachevé, DS. 4, 12 ; Plut.
Étym. ἀ, συντελέω.
ἀσυντέλεστος, unvollendet, unvollkommen, Plut. Stoic. repugn. 47 g.E.; DS. 4.12, 12.26.