ἀταρακτέω
ἀταρακτέω, keep calm
ἀτᾰρ-ακτέω,
- keep calm, Epicur. Ep. 1 p.30 U., J. AJ 15.10.3, S.E. P. 1.12.
no estar turbado, no inmutarse como ideal del sabio
ἀγνοούντων καὶ ἐν ποίοις οὐκ ἔστιν ἀταρακτῆσαι
πῶς ἡ διάνοια ... ἀταρακτῇ
ἀρχὴν δὲ τῆς σκεπτικῆς ... τὴν ἐλπίδα τοῦ ἀταρακτήσειν
ὁ μὲν Ἡρώδης ἀταρακτήσας ἕτοιμος ἦν εἰς τὴν ἀπολογίαν
• estar quieto
τά τε ὄρνεα ἀταρακτοῦντα ὥσπερ ὑφ' ἡδονῆς τοῦτο πάσχει
ἀταρακτέω-ῶ [τᾰ] être ou rester calme, Epic. (DL. 10, 80) ; M. Ant. 9, 41.
Étym. ἀτάρακτος.
ἀταρακτέω, ohne Leidenschaft, gelassen sein oder bleiben, Epicur. bei DL. 10.80.