ἀτεραμνίη Save DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands ἀτεραμνίη -ης, ἡ dureza ὑδάτων Hp.Aër.4 • fig. severidad τίς ... ἰητρεύοι πίστει ἢ ἀτεραμνίῃ; Hp.Praec.5. ἀ·τεραμνίη, ης (ἡ) crudité (de l’eau) Hpc. Aër. 282. Étym. ἀτέραμνος. ἀτεραμνίη -ης, ἡ [ἀτέραμνος] Ion., hardheid.