ἀτεραμνώδης
ἀτεραμνώδης, not to be softened
ἀτεραμν-ώδης, ες,
- not to be softened, ὕδατα Gal. 17(2).187.
duro
ὕδατα
ἀτεραμνώδης, ης, ες, cru, dur, Gal. 9, 496.
Étym. ἀτέραμνος, -ωδης.
ἀτεραμνώδης, ες, vom Wasser, hart, Sp.