ἀφιματόω
ἀφιματόω, strip of clothing
ἀφῑμᾰτόω, (ἱμάτιον)
- strip of clothing, Suid.
desnudar
ἕτερον ... ἀφιματῶσαι πειρώμενον τὸν πλησίον
ἀφιματόω, [ῑ], der Kleider (ἱμάτιον) berauben, Suid.
ἀφιματόω, strip of clothing
desnudar
ἕτερον ... ἀφιματῶσαι πειρώμενον τὸν πλησίον