ἀφιπποτοξότης
ἀφιπποτοξότης, v. ἀμφιπποτοξότης.
arquero a caballo Plu.2.197c, D.S.19.29.
ἀφ·ιππο·τοξότης, ου (ὁ) archer à cheval, DS. 19, 29.
Étym. var. ἀμφιπποτοξότης, v. ἀμφιπποτοξόται.
ἀφιπποτοξότης, s. ἀμφιπποτοξότης.
arquero a caballo Plu.2.197c, D.S.19.29.