Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀϋτμενόπης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐτεπίσπαστος
αὐτεπιστασία
αὐτεπιστατέω
αὐτεπιστήμη
αὐτεπίστροφος
αὐτεπιτάκτης
αὐτεπιτακτική
αὐτεπιτακτικός
αὐτεπίτακτος
αὐτεπώνυμος
αὐτερέτης
Αὐτεσίων
αὐτέτης
αὐτεφόδιος
ἀϋτέω
ἀϋτή
ἁὐτή
αὐτή
αὕτη
αὐτηΐ
αὑτηί
αὐτήκοος
αὐτῆμαρ
αὐτημερόν
αὖτι
Αὐτίας
αὐτιγενής
αὐτίκα
αὖτις
αὐτίτης
ἀϋτμενόπης
αὐτμενώπης
ἀϋτμή
ἀϋτμήν
Αὐτναῖος
αὐτό
αὑτό
Αὐτοhάλτας
αὐτοάγαθον
αὐτοαγαθόν
αὐτοαγαθός
αὐτοαγαθότης
αὐτοάγγελτος
αὐτοαγένητος
αὐτοαγέννητος
αὐτοαγιασμός
αὐτοάγιος
αὐτοαγιότης
αὐτοαδάμας
αὐτοάδης
αὐτοαεί
αὐτοαήρ
αὐτοάηρ
αὐτοαθανασία
αὐτοαΐδιος
αὐτοαίσθησις
Αυτοαίτας
αὐτοαιών
αὐτοακατέργαστος
αὐτοαλήθεια
αὐτοαληθές
…
ἀϋτμενόπης
Save
LSJ
ἀϋτμενόπης (
-πις
cod.)
· πεφυσημένος, πεπνευσμένος,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}