αὐτημερόν Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape αὐτ-ημερόν, Ion. for αὐθημερόν, Hdt. 2.122. αὐτημερόν v. αὐθημερόν. αὐτημερόν, v. αὐθήμερος. αὐτημερόν Ion. voor αὐθημερόν. αὐτημερόν, ion. statt αὐθημερόν, Her. 2.122.