ἁλυσίδιον
ἁλῠσίδιον or ἀλυσ-είδιον, τό, Dim. of ἅλυσις, Hero Spir. 1.38, Ph. 2.152, POxy. 496.3 (ii A. D.), AB 380.
cadenilla, cadenita en ciertos aparatos
πρὸς δὲ τῷ Ζ ἁλυσείδιον ἀποδεδέσθω βάρος μολιβοῦν ἔχον τὸ Ξ
ἁλυσειδίοις χρυσοῖς ἀνήρτητο
del efodπεριχειρίδιον ἓν καὶ ἁλυσίδιον
ἁλυσίδιον, ου (τὸ) [ᾰῠῐδ] petite chaîne, Phil. 2, 152.
Étym. ἅλυσις.
ἁλυσίδιον, τό, Kettchen, VLL.