ἁλυσηδόν
ἁλυσηδόν, in chains
ἁλῠσηδόν, Adv.
- in chains, Man. 4.486.
adv. en cadena
φυλασσόμενοι ἁ.
ἁλυσηδόν [ᾰῠ] adv. avec des chaînes, Man. 4, 486.
Étym. ἅλυσις, -δον.
ἁλυσηδόν, φυλάττειν, in Ketten, Maneth. 4.486.