ἄμεστος
1 c. gen. privado, carente
φεύγει δὲ χώραν τῶν Ἰουδαίων χερσεύουσαν καὶ ἄμεστον <παντὸς> καλοῦ ὑπάρχουσαν
2 subst. ἡ ἄ. tierra baldía, PRyl.99.4, 9 (III a.C.).
1 c. gen. privado, carente
φεύγει δὲ χώραν τῶν Ἰουδαίων χερσεύουσαν καὶ ἄμεστον <παντὸς> καλοῦ ὑπάρχουσαν
2 subst. ἡ ἄ. tierra baldía, PRyl.99.4, 9 (III a.C.).