ἐγκαταλαμβάνω
ἐγκαταλαμβάνω, to catch in
- catch in a place, hem in, Th. 4.116; ἐ. τινὰ ὅρκοις trammel by oaths, ib. 19; ἐὰν λογισμὸς ἐγκαταλαμβάνῃ αὐτόν Aeschin. 3.60:— Pass., Th. 3.33, Arist. Pr. 926b31.
- II follow in immediate succession, παννυχὶς ἐ. ἑορτήν Aristid. Or. 47(23).6, cf. 26(14).84; attack immediately after, ἡ ἐπὶ τῷ ἐμέτῳ ἀσιτία [τινὰ] ἐ. Id. 47(23).60.
I
1 c. ac. de pers. coger, capturar, apoderarse de
ὅσους ἐγκατέλαβε διέφθειρεν
τὸν υἱὸν ἐγκαταλαβὼν ἀπέσφαξε
ἐγκαταληφθεὶς καὶ πολλὰ τραύματα λαβὼν ἀπέθανεν
οἱ δὲ τῶν ἐλεφάντων ἡγεμόνες ἐγκαταλαμβανόμενοι
ἐν αὐταῖς (οἰκίαις) ἐγκαταλαμβανόμενοι
ἔθανον λοιμοῦ ν[έ]φει ἐγκαταληφθείς
ὑπὸ τῶν ἱππέων
2 medic., de fluidos corporales, etc., en v. pas. ser retenido, ser bloqueado
ἐγκαταλαμβανόμενοι (ἰχῶρες)
• ser obstruido
ἐγκαταλαμβανομένων δὲ τῶν διόδων ὑπὸ τοῦ πώρου
II fig.
1 comprometer, obligar
ὅρκοις ἐγκαταλαμβάνειν
comprometer mediante juramentos (al enemigo)ἐὰν ... ὁ τῆς ἀληθείας λογισμὸς ἐγκαταλαμβάνῃ τὸν Δημοσθένην
2 retener, distraer la atención en v. pas.
τοῦ μὴ συνεχῶς ἐγκαταλαμβάνεσθαι τοῖς ἀπηγορευμένοις
3 sobrevenir, seguir inmediatamente detrás c. ac.
ἄκοντες ... ἀλλήλους ἐγκαταλαμβάνουσι
lanzas que caían (como lluvia) unas tras otrasπαννυχὶς ἐγκατειλήφει τὴν ... ἑορτήν
ἐπὶ τῷ ἐμέτῳ ἀσιτία ἐγκατέλαβε
πρὶν καθαρῶς τὸ πρῶτον κῦμα ... ῥαγῆναι τὸ δεύτερον ἐγκαταλαμβάνει
III venir a visitar
ἐὰν ῥᾷον ἔχῃς ἐνκατάλαβε ἡμᾶς
si estás mejor, ven a nosotros
- to catch in a place, to hem in, Thuc.; ἐγκ. τινὰ ὅρκοις to trammel by oaths, Aeschin.