ἐγκατακρύπτω
ἐγκατακρύπτω, hide in
ἐγκατα-κρύπτω,
- hide in, τί τινι Lyc. 1231, cf. Gal. 2.305, al.; ὄνομα βυθοῖς in religious mysteries, IG 3.900.
ocultar
κῦδος ... ἐγκατακρύψεις ζόφῳ
δύο τάγματα βαθείαις ὕλαις ἐγκατέκρυψεν
ἵνα τῷ πλήθει τῆς ... δαπάνης τοὺς ... μισθοὺς ἐγκατακρύψῃ
τοῦτ' ... ἀμαιμακέτοις ἐγκατέκρυψα βυθοῖς
lo oculté (mi nombre) en insondables abismos
• en v. pas., part. perf. oculto
μῦς ἐγκατακεκρυμμένος τῇ διαρθρώσει
(ἰατροί) μηδὲν ἰσχύσαντες ποιῆσαι διὰ τὸ ἐγκατακεκρυμμένον ἔχειν τὸ πάθος
ἐγ·κατακρύπτω, cacher dans, dat. Jos. B.J. 1, 31, 2 ; 7, 9, 1 ; Lyc. 1231.
Étym. ἐν, κ.
ἐγκατακρύπτω, darin verbergen, Sp.