ἐγκατακοιμάομαι
ἐγκατακοιμάομαι, to lie down to sleep in
ἐγκατα-κοιμάομαι,
- = ἐγκοιμάομαι, Hdt. 8.134, IG 4.952.9 (Epid.).
acostarse, pernoctar
οὐκ ἔξεστι Θηβαίων οὐδενὶ αὐτόθι ἐγκατακοιμηθῆναι
ἐγκατακοιμαθεῖσα δὲ ὄψ[ι]ν εἶδε
τὴν νύκτα ἐγκατακοιμηθείς
ἐγ·κατακοιμάομαι-ῶμαι, se coucher dans, dormir dans, Hdt. 8, 134.
Étym. ἐν, κ.
ἐγκατακοιμάομαι, dep. pass., darin schlafen, Her. 8.134.
ἐγκατακοιμάομαι
- Pass. to lie down to sleep in a place, Hdt.