ἐγκαταλεκτέος
ἐγκαταλεκτέος, to be reckoned among
ἐγκατα-λεκτέος, α, ον,
- to be reckoned among, [πόλεσιν] εὖ πραττούσαις Philostr. VS 2.24.1.
que debe ser contado entre
ἐγκαταλεκτέα δὲ αὕτη ταῖς (πόλεσιν) ... εὖ πραττούσαις