ἐγκαταπίμπρημι
ἐγκαταπίμπρημι, burn in
ἐγκατα-πίμπρημι,
- burn in, τινά τινι Phalar. Ep. 122.4.
quemar
τοὺς ἄλλους ... τέχναις
ἐγ·καταπίμπρημι (ao. inf. -καταπρῆσαι) faire brûler dans, dat. Phalar. Ep. 5, p. 28, 65 Valckenaer.
Étym. ἐν, κ.
ἐγκαταπίμπρημι, (πίμπρημι), darin verbrennen, Phalar. ep. 5.