ἐγκελευσματικός Save LSJ DGE ἐγκελ-ευσμᾰτικός, ή, όν, = ἐγκελευστικός, ἐπίρρημα EM 115.27. ἐγκελευσματικός -ή, -όν gram. exhortativo ἐπίρρημα EM α 1492.