ἐγκέντρισμα Save LSJ DGE ἐγκέντ-ρισμα, ατος, τό, = foreg., Gloss. ἐγκέντρισμα -ματος, τό bot. injerto fig. ψυχῶν ἀκάρπων Rom.Mel.23.ςʹ.5, cf. Gloss.3.191, 263.