ἐγκεντρίζω
ἐγκεντρίζω, goad, spur on
- goad, spur on, LXX Wi. 16.11 (Pass.).
- II of plants, graft, Thphr. HP 2.2.5, Porph. Gaur. 10.1 (Pass.), etc.: metaph., Ep.Rom. 11.17, Plot. 2.9.7; of a Centaur, ὃν φύσις ἐνεκέντρισεν ἵππῳ APl. 16.116 (Euodus).
- III (κέντρον) concentrate, Dam. Pr. 74:—Pass., ib. 263.
I
1 agr. injertar
(τὴν ἀμυγδαλήν) αὐξηθεῖσαν
• fig. ref. los centauros
ὅν γε Φύσις ... ἐνεκέντρισεν ἵππῳ
παρὰ φύσιν ἐνεκεντρίσθης εἰς καλλιέλαιον
2 pinchar
αὐτοὺς ὀπτουμένους βελόνῃ
• aguijonear en v. pas.
ὄναγρος ὑπὸ σκόλοπος ἐγκεντρισμένος
• fig. acicatear, estimular c. εἰς y ac.
εἰς γνῶσιν ... ἐγκεντρίζων
εἰς γὰρ ὑπόμνησιν τῶν λογίων σου ἐνεκεντρίζοντο
Ἰωνᾶν ... ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἐγκεντρισθέντα ἀποτάξασθαι
3 en fil. neoplatónica incardinar
ἔχον (τὸ προϊόν) ταύτην (τὴν ἰδιότητα) ἐν αὐτῇ τὸ ἴδιον ἐγκεντρίζει
• en v. med. incardinarse
ταῖς ἐκείνων μεθέξεσιν ἐγκεντρίζονται αἱ τούτων ὑπάρξεις
2) in einen Spalt einstecken, pfropfen, von Bäumen, Theophr., Ath. XIV.653d.