ἐκκιρρόω
ἐκκιρρόω, become hardened
ἐκκιρρόω, pf. ἐκκεκίρρωκα,
- become hardened, Hippiatr. 104.
endurecer
οἱ (ἵπποι) ... ἐκκεκιρρωκότες τὰ κατ' ὄνυχα τῆς ὁπλῆς
ἐκκιρρόω, become hardened
endurecer
οἱ (ἵπποι) ... ἐκκεκιρρωκότες τὰ κατ' ὄνυχα τῆς ὁπλῆς