ἐκλαθέω
no acordarse
κρίσιν ἐκλαθέοντες ἀθανάτου σωτῆρος
ἐκ·λαθέω (seul. part. prés. -έοντες) [ᾰ] c. ἐκλανθάνομαι, oublier, Sib. 2, p. 321 (formé d’après l’inf. ao. 2 ἐκλαθεῖν, d’ἐκλανθάνω).
ἐκλαθέω, = ἐκλανθάνομαι, Or.Sib.
no acordarse
κρίσιν ἐκλαθέοντες ἀθανάτου σωτῆρος