ἐκπωτάομαι
ἐκ-πωτάομαι,
- poet. for ἐκποτάομαι, aor. 1 ἐξεπωτήθη Babr. 12.1.
irse volando
ἀγροῦ χελιδὼν ... ἐξεπωτήθη
ἐκ·πωτάομαι-ῶμαι (ao. ἐξεπωτήθην) c. ἐκποτάομαι, Babr. 12, 1.
ἐκπωτάομαι, = ἐκποτάομαι, Eust.; ἐξεπωτήθη Babr. 12.1.
ἐκπωτάομαι
poet. for ἐκποτάομαι, Babr.