ἐκπυρηνισμός
ἐκπυρηνισμός, squeezing out
ἐκπῡρην-ισμός, ὁ,
- squeezing out, Steph. in Hp. 1.82 D.
expulsión mediante presión
κατὰ ἐκπυρηνισμὸν ποιεῖ ἀπροαίρετον δάκρυον
ἡ ἄκρα ψῦξις πύκνωσιν ... ἐκπυρηνισμὸν ἀπεργάζεται