ἐκπυρωτικός Save ἐκπυρωτικός, heating LSJ DGE ἐκπυρ-ωτικός, ή, όν, heating, χρίσματα Aët. 12.35. ἐκπυρωτικός -ή, -όν que calienta ἐνέργεια Dion.Ar.CH 13.3 (p.45), χρίσματα Aët.12.35.