ἔκπυστος
ἔκπυστος, discovered
ἔκπυστος, ον,
- heard of, discovered, πρὶν ἐκπύστους γενέσθαι Th. 3.30, cf. 4.70, 8.42, J. AJ 19.1.7, Plu. Cam. 3, etc.; ἔ. τι ποιεῖν Hdn. 2.7.7, cf. 3.12.6.
1 de pers. descubierto
πρὶν ἐκπύστους (ἡμᾶς) γενέσθαι
2 de cosas conocido, desvelado, sacado a la luz
τὸ πρᾶγμα ἔκπυστον γίγνεται
πρὶν ἔκπυστα γενέσθαι Ῥωμαίοις τὰ βουλεύματα
ἐκπύστου τοῦ ἐπιβουλεύματος γενομένου
ἔκπυστα τοῖς πολλοῖς τὰ γεγραμμένα γενέσθαι
ὡς ἂν ... ἡ φήμη ἔκπυστα καὶ γνώριμα ποιῇ (τὰ ἐκ τῆς Ῥώμης)
• divulgado, hecho público, dado a conocer
τοὺς ἔκπυστα αὐτοῦ τὰ κρύφια ποιήσαντας
ἔκπυστος, ος, ον, qui est porté à la connaissance de, connu, Thc. 3, 30 ; 4, 70 ; 8, 42 ; Plut. Cam. 3.
Étym. ἐκπυνθάνομαι.
ἔκπυστος, bekannt, ruchbar ; ἔκπυστον γίγνεσθαι Thuc. 4.70 ; 8.42 u. Sp.; τινί, Plut. Camill. 3 ; ἔκπυστον ποιεῖν τινι, bekannt machen, Hdn. 2.7.10.
ἔκπυστος, ον
ἐκπυνθάνομαι
- discovered, Thuc.