ἐκπυΐσκω
1 en v. med. supurar
τῶν δὲ ἐμπυημάτων ὁκόσα μὲν ... ἐκπυίσκεται
τὰ ὁμαλῶς ἐκπυϊσκόμενα
ὅτι τὰ φύματα τὰ μὲν διαφοροῦνται, τὰ δὲ ἐκπυΐσκονται καὶ ῥήγνυνται
2 en v. act. hacer supurar, producir supuración
ὃ περί τε τῶν ἐκπυϊσκόντων καὶ μαλαττόντων ἐστὶ γνῶναι βέλτιον
de medicamentos
ἐκ·πυΐσκω [ῡ] faire suppurer, d’où au pass. suppurer, Hpc. Progn. 41, 41 ; 44, 53.
Étym. ἐκπυέω.
ἐκπυΐσκω, [ῡ], pass., eitern, Hippocr.