ἐκπυράκτωσις
ἐκπυράκτωσις, burning
ἐκπῠράκτωσις, εως, ἡ,
- burning, Tz. H. 11.596 (pl.), Suid. s.v. φλογμός.
encendimiento, ignición
πρὸς ἐκπυρακτώσεις δὲ τὰς ἀπὸ τῶν κατόπτρων
τῶν νεφῶν