Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐκτριτόω
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐκτραγῳδέω
ἐκτράνιος
ἐκτρανόω
ἐκτραορδινάριος
ἐκτράπεζος
ἐκτραπελόγαστρος
ἐκτραπελογάστωρ
ἐκτράπελος
ἐκτραπέλως
ἐκτραπῆναι
ἐκτράπω
ἕκτρας
ἐκτραχηλιάζω
ἐκτραχηλίζω
ἐκτραχηλισμός
ἐκτράχηλος
ἐκτραχύνω
ἐκτρέμω
ἐκτρεπτέον
ἐκτρέπω
ἐκτρέφω
ἐκτρέχω
ἔκτρεψις
ἔκτρημα
ἔκτρησις
ἔκτρητος
ἐκτριαινόω
ἐκτριβή
ἐκτρίβω
ἔκτριμμα
ἐκτριτόω
ἐκτρίτωσις
ἐκτριχόω
ἔκτριψις
ἔκτρομος
ἐκτροπαλίζομαι
ἐκτροπή
ἐκτροπιάζομαι
ἐκτροπίας
ἐκτροπίας οἶνος
ἐκτρόπιμος
ἐκτρόπιον
ἔκτροπος
ἐκτρόπως
ἐκτροφή
ἔκτροφος
ἐκτροφωλέων
ἐκτροχάζω
ἐκτρόχαλον
ἐκτροχίζω
ἔκτροχον
ἐκτρυγάω
ἐκτρυγίζω
ἐκτρυπάω
ἐκτρύπημα
ἐκτρύπησις
ἐκτρυφάω
ἐκτρυχόω
ἐκτρύχω
ἐκτρύω
ἐκτρώγω
…
ἐκτριτόω
Save
DGE
ἐκτριτόω
reducir a un tercio
por cocción, en v. pas.
Anecd.Plant
.5.2.21.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}