ἐμμανής
ἐμμανής, in madness, frantic, raving
- frantic, raving, Hdt. 3.25, S. Ichn. 15, etc.; ἐμμανεῖ σκιρτήματι A. Pr. 675; ἀοίνοις ἐμμανεῖς θυμώμασιν maddened by . ., Id. Eu. 860; θεοῦ πνοαῖσιν ἐ. E. Ba. 1094; ἐ. Ἥρας ὕπο Id. Cyc. 3; ὥσπερ ἐ. ἐπεισπεσών Men. Sam. 200; of elephants in the rutting season, Arist. HA 571b34; κῶμαι LXX Wi. 14.23: Comp. -έστερος Luc. Am. 14: Sup. -έστατος, ἔρωτες Pl. Lg. 734a, cf. Plu. Arat. 17. Adv. -νῶς D.C. 65.16; ἐρᾶν Eun. VS p.455 B.: Sup. -έστατα, ἐρῶν Men. 336.
I
1 de pers. y asim. enloquecido, fuera de sí
ἀοίνοις ἐμμανεῖς θυμώμασιν
de las Erinisφρενήρης
‘en su sano juicio’τηνικαῦτα δ' ἐ. βοᾷ
ἐ. Ἥρας ὕπο
ὥσπερ ἐ. ἐπεισπεσών
ἄνδρες ... πρὸς ... τὴν περὶ τὰ χρώματα ἔριν ἐμμανεῖς
• de anim.: de los elefantes en época de celo, Arist.HA 571b34,
ὡς οἱ ἐμμανεῖς κύνες λύσσῃ τινὶ κατεχόμενοι
• subst. οἱ ἐμμανεῖς locos, dementes Arist.Diu.Som.464b2.
2 de abstr. enloquecido, desenfrenado, propio de un loco
σκίρτημα
ἔρωτες
ἕξις τῶν νέων
φύσις
ἐμμανεῖς ἐξάλλων θεσμῶν κώμους ἄγοντες
ἐμμανές τι ... ἀναβοήσας
θυμός
• subst. τὸ ἐμμανές locura, insensatez
διὰ τὸ τῶν τολμημάτων ... καὶ ἀσεβημάτων ἐμμανές
3 bot., subst. τὸ ἐμμανές otro n. del ὑοσκύαμος beleño Ps.Dsc.4.68.
II adv. -ῶς con locura, con furia
δεῦρο καὶ ἐκεῖσε ἐ. ᾄττων
• compar.
πολὺ τοῦ Χαρικλέους ἐμμανέστερον ἀνεβόησεν
• sup.
ὡς ἂν ἐμμανέστατα ἐρῶν τις
- ἐν μανίᾳ ὤν, in madness, frantic, raving, Hdt., Aesch., etc.