ἐμμέθοδος
ἐμμέθοδος, according to rule
- according to rule or system, S.E. P. 2.21; τὸ ἐ. systematic arrangement, Ph. 2.512. Adv. -δως systematically, Cleom. 2.1, Hero *Deff. 138.5, A.D. Synt. 155.21, S.E. M. 1.188, etc.: Comp. -ώτερον Procl. Hyp. 6.2.
1 conforme a un método o criterio, sistemático, científico
ἐμμεθόδοις ἀποδείξεσι χρησάμενοι
λόγος
χειρουργία ἐστὶν ἄρσις ἐ. τοῦ ... ἀλλοτρίου
ἀποφυγή
τὸ μετεωροσκοπεῖον τοῦ ἀστρολάβου ... ἐμμεθοδώτερον κατεσκεύασται
• subst. τὸ ἐμμέθοδον sistematicidad
λογικῇ φύσει τὸ ἐ. οἰκεῖον
2 adv. -ως metódica, sistemáticamente
σαφῶς τε καὶ ἐ. δείξομεν
ἐ. δὲ χρῆται τῇ αἰτίᾳ
τὰ ἑξάγωνα ὁ Ποτάμων ἐ. ἀνέγραψε