ἐμπάρειμι
ἐμπάρειμι, be present in
existir en, estar presente en c. dat.
μίσους ἐμπαρόντος τῇ ψυχῇ
τῇ ἑαυτοῦ διανοίᾳ
• c. εἰς:
οὐ γὰρ ἐστι δυνατὸν ... δύω πρόσωπα εἰς αὐτὴν ... ἐμπαρεῖναι
ἐμπάρειμι, be present in
existir en, estar presente en c. dat.
μίσους ἐμπαρόντος τῇ ψυχῇ
τῇ ἑαυτοῦ διανοίᾳ
• c. εἰς:
οὐ γὰρ ἐστι δυνατὸν ... δύω πρόσωπα εἰς αὐτὴν ... ἐμπαρεῖναι