ἐμπαρίεμαι
fig. caer, precipitarse en c. dat.
τοῖς τῆς φιλοσαρκίας ἐμπαρείσης (τῆς γῆς) τέλμασιν
ὠδῖσί τ' ἐμπαρειμένη
fig. caer, precipitarse en c. dat.
τοῖς τῆς φιλοσαρκίας ἐμπαρείσης (τῆς γῆς) τέλμασιν
ὠδῖσί τ' ἐμπαρειμένη