ἔναρξις
ἔναρξις, introduction
ἔναρξις, εως, ἡ,
- = καταρχή, Procl. Par.Ptol. 131.
- II introduction, τῶν λεχθησομένων Sch. E. Hec. 313.
comienzo, principio
ἐ. τοῦ πράγματος
τῶν λεχθησομένων
τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου