ἐνδογενής
ἐνδογενής, born in the house
ἐνδογεν-ής, ές,
- born in the house, = οἰκογενής, SIG 2854.5, al.(Delph.), LXX Le. 18.9.
nacido en casa
τῆς ἀδελφῆς σου ... ἐνδογενοῦς ἢ γεγεννημένης ἔξω
σώματα δύο παιδάρια ἐνδογενῆ
σῶμα γυναικεῖον κοράσιον ... τὸ γένος ἐνδογενῆ
ἐνδο·γενής, ής, ές, né dans la maison, Spt. Lev. 18, 9 ; cf. οἰκογενής.
Étym. ἔνδον, γένος.
ἐνδογενής, ές, innen, im Hause geboren, LXX.