ἐνδοιάσιμος
ἐνδοιάσιμος, doubtful
ἐνδοι-άσιμος [ᾰ], ον,
- doubtful, J. AJ 16.11.7, Luc. Scyth. 11. Adv. -μως, ἔχειν περί τινος J. AJ 16.10.4.
1 dudoso
εἴ τι πρότερον ἐνδοιάσιμον ἦν αὐτῷ περὶ τὴν τεκνοκτονίαν
2 adv. -ως dubitativamente
οὐκ ἐ. εἶχε περὶ τῆς τῶν παίδων εἰς αὐτὸν ἐπιβουλῆς
no tenía ninguna duda acerca de la conspiración de sus hijos contra él
ἐνδοιάσιμος, ος, ον [ᾰ] douteux, Luc. Scyth. 11 ; Jos. A.J. 16, 11, 6.
Étym. ἐνδοιάζω.
ἐνδοιάσιμος, zweifelhaft, unentschieden, Luc. Scyth. 11.
• Adv. ἐνδοιασίμως ἔχειν περί τινος, Jos.
• Adv. ἐνδοιασίμως ἔχειν περί τινος, Jos.
ἐνδοιάσιμος
from ἐνδοιάζω
ἐνδοιάσιμος, ον
- doubtful, Luc.