Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ἐνδοκία
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνδιπλασιάζομαι
ἐνδιπλασιάζω
ἐνδιπλόω
ἐνδίπλωμα
ἐνδίπλωσις
ἐνδίσματα
ἐνδίφριος
ἐνδογενής
ἐνδογενικός
ἔνδοθεν
ἔνδοθι
ἐνδοθίδιος
ἐνδόθρας
ἔνδοι
ἐνδοῖ
ἐνδοιάζω
ἐνδοιάσιμος
ἐνδοιασίμως
ἐνδοίασις
ἐνδοιασμός
ἐνδοιαστέον
ἐνδοιαστής
ἐνδοιαστικός
ἐνδοιαστός
ἐνδοιαστῶς
ἐνδοιικός
ἐνδοιΐτιναι
ἐνδοιϊτίναι
Ἔνδοιος
ἐνδοκέω
Ἐνδοκία
ἔνδοκος
ἔνδομα
ἐνδομαρία
ἐνδοματικά
ἐνδομάχας
ἐνδομάχης
ἐνδομενία
ἐνδομενικός
ἐνδομέω
ἐνδόμησις
ἐνδομυχάω
ἐνδομυχέω
ἐνδομυχί
ἐνδομυχία
ἐνδόμυχος
ἔνδον
ἐνδοξάζομαι
ἐνδοξάζω
ἐνδοξασμός
ἐνδοξοκοπέω
ἐνδοξολογέω
ἐνδοξόπωλος
ἔνδοξος
ἐνδοξότης
ἐνδόξως
ἐνδοπαγής
ἐνδόπυος
ἐνδόπυρος
ἔνδορα
ἐνδόρπιος
…
Ἐνδοκία
Save
DGE
Ἐνδοκία
-ας, ἡ
Endocia
epít. de Deméter en Atenas, Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}