Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνδόφορος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνδοξόπωλος
ἔνδοξος
ἐνδοξότης
ἐνδόξως
ἐνδοπαγής
ἐνδόπυος
ἐνδόπυρος
ἔνδορα
ἐνδόρπιος
ἔνδορχις
ἐνδόρωμα
ἔνδος
ἐνδόσε
ἐνδόσθια
ἐνδοσθίδια
ἐνδόσθιος
ἐνδόσιμος
ἔνδοσις
ἐνδότατος
ἐνδοτάτω
ἐνδοτέον
ἐνδότερος
ἐνδοτέρω
ἐνδοτέρωθεν
ἐνδότης
ἐνδοτικός
ἐνδοτικῶς
ἔνδοτος
ἐνδουπέω
ἐνδουχία
ἐνδόφορος
ἐνδοχεῖον
ἐνδοχή
ἐνδράνεια
ἐνδρανής
ἐνδράσσομαι
ἔνδρατα
ἔνδροια
ἐνδρομέω
ἐνδρομή
Ἐνδρομή
ἐνδρομίς
ἔνδρομος
Ἐνδρομώ
ἔνδροσος
ἔνδρυμος
ἔνδρυον
ἐνδυάζω
ἐνδυασμός
ἔνδυδαν
ἐνδυκές
ἐνδυκέως
ἐνδύκιον
ἐνδύλω
ἔνδυμα
ἐνδυμάτια
Ἐνδυμάτια
ἐνδυμενία
ἐνδύμιος
Ἐνδυμίων
Ἐνδυμιωνιάδαι
…
ἐνδόφορος
Save
DGE
ἐνδόφορος
-ον
dud.
que lleva hacia dentro
, o quizá
no divulgado
Phot.
ε
852.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}