Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνδόπυρος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἔνδοιος
ἐνδοκέω
Ἐνδοκία
ἔνδοκος
ἔνδομα
ἐνδομαρία
ἐνδοματικά
ἐνδομάχας
ἐνδομάχης
ἐνδομενία
ἐνδομενικός
ἐνδομέω
ἐνδόμησις
ἐνδομυχάω
ἐνδομυχέω
ἐνδομυχί
ἐνδομυχία
ἐνδόμυχος
ἔνδον
ἐνδοξάζομαι
ἐνδοξάζω
ἐνδοξασμός
ἐνδοξοκοπέω
ἐνδοξολογέω
ἐνδοξόπωλος
ἔνδοξος
ἐνδοξότης
ἐνδόξως
ἐνδοπαγής
ἐνδόπυος
ἐνδόπυρος
ἔνδορα
ἐνδόρπιος
ἔνδορχις
ἐνδόρωμα
ἔνδος
ἐνδόσε
ἐνδόσθια
ἐνδοσθίδια
ἐνδόσθιος
ἐνδόσιμος
ἔνδοσις
ἐνδότατος
ἐνδοτάτω
ἐνδοτέον
ἐνδότερος
ἐνδοτέρω
ἐνδοτέρωθεν
ἐνδότης
ἐνδοτικός
ἐνδοτικῶς
ἔνδοτος
ἐνδουπέω
ἐνδουχία
ἐνδόφορος
ἐνδοχεῖον
ἐνδοχή
ἐνδράνεια
ἐνδρανής
ἐνδράσσομαι
ἔνδρατα
…
ἐνδόπυρος
Save
DGE
ἐνδόπυρος
-ον
que tiene fiebre
,
febril
Theognost.
Can
.p.162.13, cf.
ἔμπυρος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}