Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνδοτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνδοξάζω
ἐνδοξασμός
ἐνδοξοκοπέω
ἐνδοξολογέω
ἐνδοξόπωλος
ἔνδοξος
ἐνδοξότης
ἐνδόξως
ἐνδοπαγής
ἐνδόπυος
ἐνδόπυρος
ἔνδορα
ἐνδόρπιος
ἔνδορχις
ἐνδόρωμα
ἔνδος
ἐνδόσε
ἐνδόσθια
ἐνδοσθίδια
ἐνδόσθιος
ἐνδόσιμος
ἔνδοσις
ἐνδότατος
ἐνδοτάτω
ἐνδοτέον
ἐνδότερος
ἐνδοτέρω
ἐνδοτέρωθεν
ἐνδότης
ἐνδοτικός
ἐνδοτικῶς
ἔνδοτος
ἐνδουπέω
ἐνδουχία
ἐνδόφορος
ἐνδοχεῖον
ἐνδοχή
ἐνδράνεια
ἐνδρανής
ἐνδράσσομαι
ἔνδρατα
ἔνδροια
ἐνδρομέω
ἐνδρομή
Ἐνδρομή
ἐνδρομίς
ἔνδρομος
Ἐνδρομώ
ἔνδροσος
ἔνδρυμος
ἔνδρυον
ἐνδυάζω
ἐνδυασμός
ἔνδυδαν
ἐνδυκές
ἐνδυκέως
ἐνδύκιον
ἐνδύλω
ἔνδυμα
ἐνδυμάτια
Ἐνδυμάτια
…
ἐνδοτικῶς
Save
Bailly 2024
ἐνδοτικῶς,
adv.
avec bienveillance,
Chrysipp.
(
Gal.
1, 281
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}